τυραννία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τυραννία τυραννίες
γενική τυραννίας τυραννιών
αιτιατική τυραννία τυραννίες
κλητική τυραννία τυραννίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυραννία < αρχαία ελληνική τυραννία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ti.ɾa.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυραννία θηλυκό

  1. το πολίτευμα κατά το οποίο την εξουσία ασκεί ένας τύραννος, η τυραννίδα
  2. (γενικότερα) η σκληρή και καταπιεστική διακυβέρνηση
  3. (γενικότερα) η σκληρή και καταπιεστική συμπεριφορά
  4. (γενικότερα) οτιδήποτε μας τυραννάει, μας ταλαιπωρεί

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]