τύραννος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τύραννος τύραννοι
γενική τυράννου τυράννων
αιτιατική τύραννο τυράννους
κλητική τύραννε τύραννοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τύραννος < αρχαία ελληνική τύραννος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τύραννος αρσενικό

  • άτομο που κυβερνά ή γενικά ασκεί εξουσία με αυταρχισμό, σκληρότητα, αυθαιρεσία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]