τύραννος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τύραννος τύραννοι
γενική τυράννου τυράννων
αιτιατική τύραννο τυράννους
κλητική τύραννε τύραννοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τύραννος < αρχαία ελληνική τύραννος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τύραννος αρσενικό

  • άτομο που κυβερνά ή γενικά ασκεί εξουσία με αυταρχισμό, σκληρότητα, αυθαιρεσία

32πχ Μεταφράσεις[]