τυραννίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τυραννίδα οι τυραννίδες
      γενική της τυραννίδας των τυραννίδων
    αιτιατική την τυραννίδα τις τυραννίδες
     κλητική τυραννίδα τυραννίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τυραννίδα > αρχαία ελληνική τυραννίς > αρχαία ελληνική τυραννώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τυραννίδα θηλυκό

  • (υποκοριστικό) καθεστώς βίαιης κατάληψης και άσκησης της εξουσίας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

εκφράσεις[επεξεργασία]

  • «τυραννὶς χρῆμα (πράγμα) σφαλερόν, πολλοὶ δὲ αὐτῆς ἐρασταί εἰσι»
Ηρόδοτος, Βιβλίο 3.53
  • «ἄπιστον ταῖς πολιταίες ἡ τυραννίς, ἄλλως τε κἄν ὅμορον (γειτονική) χώραν ἔχουσι».
  • «οὐ μή δοκεῖ (δε μου φαίνεται) χρῆναι (ότι πρέπει να σας) ὁργίζεσθαι ὑμᾶς τῷ ὀνόματι τῶν τετρακοσίων, ἀλλά ἔργοις ἐνίων (μερικών)» Λυσίας- Υπέρ Φιλοστράτου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]