épuisement

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

épuisement (fr) αρσενικό

  1. η εξάντληση
    l'épuisement des ressources naturelles - η εξάντληση των φυσικών πόρων
  2. η εξουθένωση, η κόπωση