καταπόνηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταπόνηση καταπονήσεις
γενική καταπόνησης
& καταπονήσεως
καταπονήσεων
αιτιατική καταπόνηση καταπονήσεις
κλητική καταπόνηση καταπονήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταπόνηση < ελληνιστική κοινή καταπόνησις < καταπονέω / καταπονῶ < κατά + αρχαία ελληνική πονέω /πονῶ < πόνος ((φυσική) μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική fatigue)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταπόνηση θηλυκό

  1. υπερβολική κούραση και ταλαιπωρία
  2. (φυσική) η αλλοίωση ενός υλικού ύστερα από μακρόχρονη χρήση
  3. (φυσική) η μεταβολή στο σχήμα ή το μέγεθος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]