distress

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

distress (en)

  • ψυχική δυσφορία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

distress (en)

  • προκαλώ/προξενώ ψυχική δυσφορία