ψυχικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχικός ψυχική ψυχικό
γενική ψυχικού ψυχικής ψυχικού
αιτιατική ψυχικό ψυχική ψυχικό
κλητική ψυχικέ ψυχική ψυχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχικοί ψυχικές ψυχικά
γενική ψυχικών ψυχικών ψυχικών
αιτιατική ψυχικούς ψυχικές ψυχικά
κλητική ψυχικοί ψυχικές ψυχικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχικός < αρχαία ελληνική ψυχικός

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχικός

  • ο σχετικός με την ψυχή
  • ψυχικός κόσμος
  • ψυχικό σθένος
  • ψυχική νόσος
  • ψυχικές διαταραχές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχικός < ψυχή

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχικός ουδέτερο

  1. ο σχετικός με τη ζωή
  2. ο σχετικός με την ψυχή