ψησταριά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψησταριά ψησταριές
γενική ψησταριάς ψησταριών
αιτιατική ψησταριά ψησταριές
κλητική ψησταριά ψησταριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ψησταριά < ψήστης + -αριά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /psi.sta.ˈɾʝa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ψησταριά θηλυκό

  1. κατασκευή που περιέχει χώρο για κάρβουνα και σχάρα για να ψηθούν κρέατα ή ψάρια
  2. εστιατόριο που σερβίρει κυρίως κρέατα ψημένα στα κάρβουνα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ψητοπωλείο

32πχ Μεταφράσεις[]