σχάρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχάρα < αρχαία ελληνική σχάρα < ἐσχάρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχάρα θηλυκό

  1. επίπεδο σκεύος, αποτελούμενο από παράλληλες μεταλλικές ράβδους, το οποίο τοποθετείται πάνω από θερμαντική εστία και πάνω σε αυτό τοποθετούνται τα υλικά που θα ψηθούν
  2. (κατ’ επέκταση) κατασκευή με παρόμοιο σχήμα

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σχάρα < ἐσχάρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σχάρα θηλυκό

  1. σχάρα