grate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

grate (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

grate (en)

  1. ξύνω ή τρίβω (πχ. τυρί ή κάτι άλλο στον τρίφτη)
  2. τρίζω (τα δόντια μου κάνοντας ενοχλητικό θόρυβο)
  3. grate on one's nerves: μου τη δίνει στα νεύρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναγραμματισμοί[επεξεργασία]