τρίβω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τρίβω < αρχαία ελληνική τρίβω

Open book 01.svg Ρήμα[]

τρίβω, παρατ.: έτριβα, στιγμ. μέλλ.: θα τρίψω, αόρ.: έτριψα , παθ.φωνή: τρίβομαι , μτχ.π.π.: τριμμένος

  1. (κάτι με κάτι άλλο) μετακινώ κυκλικά ή παλινδρομικά ένα αντικείμενο πάνω σε μια επιφάνεια (η επιφάνεια είναι το αντικείμενο του ρήματος)
    τρίβω τον τοίχο με το γυαλόχαρτο
    • (ειδικότερα) (για το σώμα) εφαρμόζω πίεση με τα χέρια πάνω σε μέρος του σώματος (ως αντικείμενο τίθεται το μέρος του σώματος ή το άτομο)
      η φυσικοθεραπεύτρια τον έτριψε γερά στο πόδι / του έτριψε γερά το πόδι
  2. μετατρέπω κάτι σε πολύ μικρά κομμάτια χρησιμοποιώντας ειδική συσκευή, τον τρίφτη
    ο μάγειρας έτριψε λίγο τυρί και πασπάλισε τα μακαρόνια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τρίβω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

τρίβω

  1. τρίβω