τερηδών

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Τερηδών

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
τερηδων-, τερηδον-
ονομαστική τερηδών αἱ τερηδόνες
      γενική τῆς τερηδόνος τῶν τερηδόνων
      δοτική τῇ τερηδόν ταῖς τερηδόσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν τερηδόν τὰς τερηδόνᾰς
     κλητική ! τερηδών τερηδόνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τερηδόνε
γεν-δοτ τοῖν  τερηδόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κανών' όπως «κανών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τερηδών < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τερηδών, -όνος θηλυκό

  1. (εντομολογία) ξυλοφάγο έντομο, σαράκι
  2. φθορά των οστών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]