Μετάβαση στο περιεχόμενο

τιτρώσκω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τῐτρώσκω < από παλαιότερο τύπο τρώω (όπου δείτε για περισσότερα), με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και το εναρκτικό επίθημα -σκω[1]. Παραβάλετε τα βιβρώσκω, διδάσκω για τον ίδιο σχηματισμό.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ti.tɾɔ̌ː.skɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τιτρώσκω

τῐτρώσκω

  1. τραυματίζω, πληγώνω, χτυπώ, λαβώνω, τρυπώ με όπλο
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 341
    μή πως ἵππους τε τρώσῃς κατά θ᾽ ἅρματα ἄξῃς
    μήπως λαβώσεις τ᾽ άλογα και σπάσεις και τ᾽ αμάξι
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 16 (π. Ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως ὑπὸ Τηλεμάχου.), στίχ. 293 (292-294)
    μή πως οἰνωθέντες, ἔριν στήσαντες ἐν ὑμῖν,
    ἀλλήλους τρώσητε καταισχύνητέ τε δαῖτα
    καὶ μνηστύν·
    μήπως μιαν ώρα μεθυσμένοι, πιάσετε μεταξύ σας τον καβγά
    και πληγωθείτε, οπότε θα ντροπιάσετε γεύμα και προξενιό
    Μετάφραση σε ελεύθερο στίχο (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greeklanguage.gr
    ΣτΕ: η φράση αυτή επαναλαμβάνεται Οδύσσεια 19,11-13, @greeklanguage.gr.
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Νεμεονίκαις, 61
    τὸν γὰρ Ἴδας ἀμφὶ βουσίν πως χολω- | θεὶς ἔτρωσεν χαλκέας λόγχας ἀκμᾷ.
    που με τη λόγχη του τον τρύπησε | ο Ίδας, για τα βόδια του οργισμένος.
    Μετάφραση (1936, 1η δημοσίευση): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2015 @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Δ, 3.34
    ὕστερον τῶν μετὰ Ξενοφῶντος διέβησαν πάλιν· καὶ ἐτρώθησάν τινες καὶ τούτων.
    Έτσι ξαναπέρασαν τον ποταμό ύστερ᾽ από τους στρατιώτες του Ξενοφώντα, και πληγώθηκαν κι απ᾽ αυτούς μερικοί.
    Μετάφραση (1981): Γεώργιος Δ. Ζευγώλης. Αθήνα:ΟΕΔΒ @greeklanguage.gr
      2ος κε αιώνας Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, Ζ, 10.2
    ἀλλὰ καὶ ξίφει ἐκ χειρὸς τέτρωμαι καὶ τετόξευμαι ἤδη καὶ ἀπὸ μηχανῆς βέβλημαι
    αλλά και με ξίφος έχω τραυματισθεί σε συμπλοκή και με βέλος έχω ήδη χτυπηθεί και από πολεμική μηχανή έχω πληγεί
    Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greeklanguage.gr
      2ος κε Λόγγος, Δάφνις καὶ Χλόη, 2.25.4
    καὶ τετρῶσθαι τις ἐδόκει, καὶ σχῆμά τις ἔκειτο νεκροῦ μιμούμενος.
    νομίζοντας ότι είχαν χτυπηθεί, κείτονταν σα νεκροί.
    Μετάφραση (2012): Ρόδης Ρούφος, Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ @greeklanguage.gr
  2. πληγώνω θανάσιμα, θανατηφόρα
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἱκέτιδες 1205
    ᾗ δʼ ἂν διοίξῃς σφάγια καὶ τρώσῃς φόνον
    και αυτό, που τα σφαχτά θα ανοίξεις και θα κόψεις
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Φοίνισσαι 1430
    τετρωμένους δ' ἰδοῦσα καιρίους σφαγὰς ὤιμωξεν· Ὦ τέκν', ὑστέρα βοηδρόμος πάρειμι.
    Κι άμα τα είδε στον τόπο λαβωμένα και σφαγωμένα, σκούζει «Αχ παιδιά μου πάρωρα δω πέρα φτάνω βοηδρόμα!»
  3. (μεταφορικά) πληγώνω συναισθηματικά, λαβώνω
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἱππόλυτος, στίχ. 392
    ἐπεί μ᾽ ἔρως ἔτρωσεν
    Πληγωμένη απ᾽ τον έρωτα
    Μετάφραση (1965): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greeklanguage.gr
    επειδή με πλήγωσε ο έρωτας
  4. (μεταφορικά, για το κρασί) τρώω, βαράω
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 293 (293-294)
     δείτε παράθεμα στο τρώω
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 422
    τρώσει νιν οἶνος καὶ δίκην δώσει τάχα.
    θα τονε φάει όπου να ᾽ναι το κρασί, και θά ᾽ρθει η πληρωμή του
    Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr
  5. φονεύω, σκοτώνω
      3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα Ἀριθμοί, ΛΑ΄, ΙΘ΄
    πᾶς ὁ ἀνελὼν καὶ ὁ ἁπτόμενος τοῦ τετρωμένου ἁγνισθήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ
    ο καθένας που παίρνει στα χέρια του και αγγίζει τον σκοτωμένο θα εξαγνισθεί την τρίτη ημέρα
  6. (γενικότερα, για πλοία)
    1. (ενεργητική φωνή) βλάπτω, καταστρέφω, προξενώ ζημία
        5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Δ, 14.1
      καὶ ἐπιδιώκοντες ὡς διὰ βραχέος ἔτρωσαν μὲν πολλάς, πέντε δὲ ἔλαβον, καὶ μίαν τούτων αὐτοῖς ἀνδράσιν
      Τα καταδιώξαν στη μικρή απόσταση που τα χώριζε απ᾽ τη στεριά, σε πολλά προξένησαν ζημίες κι αιχμαλώτισαν πέντε, ένα μάλιστα με το πλήρωμά του.
      Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr
    2. (παθητική φωνή) αχρηστεύω, παθαίνω αβαρία
      5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 18.1
      καὶ οὐκ ἥκιστα Ἀθηναῖοι τῶν αἱ ἡμίσεαι τῶν νεῶν τετρωμέναι ἦσαν
      και σκληρότερα απ᾽ όλους οι Αθηναίοι, που τα μισά τους καράβια είχαν πάθει αβαρίες
      Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  7. (για αβγό) σπάω
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν 6, 4, 5
    τιτρώσκει δὲ τὸ ᾠὸν
    Και σπάει το αβγό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

 δείτε τρώω

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Όλοι οι τύποι προέρχονται από το τρώω, οι νεώτεροι τύποι του ενεστώτα και του παρατατικού με -σκ- είναι υστερογενείς. Παραβάλετε τα *δάω (> διδάσκω), *ἱλάω (> ἱλάσκομαι).
  • Επικοί τύποι:
    • γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα τρώει (Οδύσσεια 21.293; Καλλίμαχος, Ύμνοι, Εις Άρτεμιν 3.133)
    • γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου τρῶσεν (Βατραχομυομαχία 213)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα, εκδ. Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.