τρίμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : τρῖμμα, τρήμα, τρῆμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρίμμα τρίμματα
γενική τρίμματος τριμμάτων
αιτιατική τρίμμα τρίμματα
κλητική τρίμμα τρίμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρίμμα < αρχαία ελληνική τρῖμμα < τρίβω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈtɾi.ma/

Ομώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρίμμα ουδέτερο

  1. κομματάκι προερχόμενο από τρίψιμο
  2. θρύμμα, θρύψαλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]