grill
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| grill | grills |
grill (en)
- (γαστρονομία) το γκριλ, η σχάρα ψησταριάς, ψησίματος
Once the charcoal is glowing, place the food on the grill, turning it regularly.
- Μόλις τα κάρβουνα πυρώσουν, τοποθέτησε το φαγητό στη σχάρα και γύριζέ το τακτικά.
- η σχάρα εξαερισμού μηχανής αυτοκινήτου
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | grill |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | grills |
| αόριστος | grilled |
| παθητική μετοχή | grilled |
| ενεργητική μετοχή | grilling |
grill (en)
- ψήνω φαγητό πάνω από φωτιά, ιδίως σε εξωτερικό χώρο
I am grilling the meat on the grill.
- Ψήνω το κρέας στη σχάρα.
At night we used to grill steaks over charcoal in the open air.
- Το βράδυ συνηθίζαμε να ψήνουμε μπριζόλες στα κάρβουνα, στον καθαρό αέρα.
- ανακρίνω, κάνω σε κάποιον πολλές ερωτήσεις σχετικά με τις ιδέες, τις πράξεις του κτλ., συχνά με δυσάρεστο τρόπο
He was grilled by the police for over 12 hours.
- Ανακρίθηκε από την αστυνομία για περισσότερες από δώδεκα ώρες.
A little after our arrival, they grilled me about my parents and our home life.
- Λίγο μετά την άφιξή μας, με ανέκριναν για τους γονείς μου και τη ζωή μας στο σπίτι.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη question
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- grill < (άμεσο δάνειο) αγγλική grill room < grill room
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| grill | grills |
grill (fr) αρσενικό
- (γαστρονομία) το γκριλ, η σχάρα ψησταριάς, ψησίματος, το ψητοπωλείο