Μετάβαση στο περιεχόμενο

grill

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grill grills

grill (en)

  1. (γαστρονομία) το γκριλ, η σχάρα ψησταριάς, ψησίματος
    παράδειγμα  Once the charcoal is glowing, place the food on the grill, turning it regularly.
    Μόλις τα κάρβουνα πυρώσουν, τοποθέτησε το φαγητό στη σχάρα και γύριζέ το τακτικά.
  2. η σχάρα εξαερισμού μηχανής αυτοκινήτου

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

για την έννοια σχάρα αποσκευών:

ενεστώτας grill
γ΄ ενικό ενεστώτα grills
αόριστος grilled
παθητική μετοχή grilled
ενεργητική μετοχή grilling

grill (en)

  1. ψήνω φαγητό πάνω από φωτιά, ιδίως σε εξωτερικό χώρο
    παράδειγμα  I am grilling the meat on the grill.
    Ψήνω το κρέας στη σχάρα.
    παράδειγμα  At night we used to grill steaks over charcoal in the open air.
    Το βράδυ συνηθίζαμε να ψήνουμε μπριζόλες στα κάρβουνα, στον καθαρό αέρα.
  2. ανακρίνω, κάνω σε κάποιον πολλές ερωτήσεις σχετικά με τις ιδέες, τις πράξεις του κτλ., συχνά με δυσάρεστο τρόπο
    παράδειγμα  He was grilled by the police for over 12 hours.
    Ανακρίθηκε από την αστυνομία για περισσότερες από δώδεκα ώρες.
    παράδειγμα  A little after our arrival, they grilled me about my parents and our home life.
    Λίγο μετά την άφιξή μας, με ανέκριναν για τους γονείς μου και τη ζωή μας στο σπίτι.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη question



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
grill < (άμεσο δάνειο) αγγλική grill room < grill room

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
grill grills

grill (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]