room

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

room (en), πληθυντικός: rooms

  1. χώρος
  2. δωμάτιο

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]