εστιατόριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εστιατόριο εστιατόρια
γενική εστιατορίου εστιατορίων
αιτιατική εστιατόριο εστιατόρια
κλητική εστιατόριο εστιατόρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εστιατόριο < αρχαία ελληνική ἑστιατόριον < ἑστιάτωρ < ἑστιάω < ἑστία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εστιατόριο ουδέτερο

  1. κατάστημαμέρος που ανήκει σε μεγαλύτερο χώρο: πλοίο, τρένο κ.λπ.) όπου παρασκευάζονται και σερβίρονται φαγητά, ποτά κ.λπ.
  2. (στρατιωτικός όρος) τραπεζαρία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]