καπηλειό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπηλειό καπηλειά
γενική καπηλειού καπηλειών
αιτιατική καπηλειό καπηλειά
κλητική καπηλειό καπηλειά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπηλειό < μεσαιωνική ελληνική καπηλειό < αρχαία ελληνική καπηλεῖον < καπηλεύω < κάπηλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπηλειό ουδέτερο

  1. ταβέρνα, κρασοπουλειό, οινοπωλείο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]