Μετάβαση στο περιεχόμενο

ταβέρνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταβέρνα οι ταβέρνες
      γενική της ταβέρνας των ταβερνών
    αιτιατική την ταβέρνα τις ταβέρνες
     κλητική ταβέρνα ταβέρνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Χαρακτηριστική ελληνική ταβέρνα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταβέρνα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ταβέρνα < λατινική taberna

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈveɾ.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ταβέρνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταβέρνα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

με παρόμοια σημασία:

επίσης

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

με -ταβέρνα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταβέρνα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ταβέρνα
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ταβέρνα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταβέρνα θηλυκό

  • πανδοχείο, καπηλειό
      14ος αιώνας Ανωνύμου, Χρονικόν του Μορέως. Επιμελητής:Schmitt, 1904, Κώδικες H & P στις σελίδες 538+539
    • έκδ.2015, σελ.538, κώδικας Κοπεγχάγης (Havniensis)
      “Ἐγὼ ἤκουσα, αὐτοῦ ἔξω ἔνι ταβέρνα,
      “ὅπου πουλιέται τὸ κρασὶ κʼ ἐβγαίνει ὁ καστελλᾶνος
      “καὶ κάθηται πολλὲς φορὲς καὶ πίνει μὲ τοὺς ἄλλους.
    • έκδ.2015, σελ.539, Παρισινός κώδικας (Parisinus)
      “Ἐγὼ ἤκουσα, αὐτοῦ ἔξω ἔνʼ ταβέρνα,
      “ὅπου πουλιέται τὸ κρασὶ κʼ ἐβγαίνει <ὁ> καστελλᾶνος
      “καὶ κάθεται πολλὲς φορὲς καὶ πίνει μὲ τοὺς ἄλλους.

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ταβέρν αἱ ταβέρναι
      γενική τῆς ταβέρνᾱς τῶν ταβερνῶν
      δοτική τῇ ταβέρν ταῖς ταβέρναις
    αιτιατική τὴν ταβέρνᾰν τὰς ταβέρνᾱς
     κλητική ! ταβέρν ταβέρναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ταβέρν
γεν-δοτ τοῖν  ταβέρναιν
Εδώ, το καθαρό α (που ακολουθεί το ρ ή φωνήεν)
δεν είναι μακρό, αλλά κατ' εξαίρεσιν, βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σφαῖρα' όπως «σφαῖρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ταβέρνα < (άμεσο δάνειο) λατινική taberna

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ταβέρνα, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. πανδοχείο
      2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, 28.15
    κἀκεῖθεν οἱ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες τὰ περὶ ἡμῶν ἦλθαν εἰς ἀπάντησιν ἡμῖν ἄχρι Ἀππίου Φόρου καὶ Τριῶν Ταβερνῶν, οὓς ἰδὼν ὁ Παῦλος εὐχαριστήσας τῷ θεῷ ἔλαβε θάρσος.
  2. οινοπωλείο, καπηλειό