ταβέρνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ταβέρνα | οι | ταβέρνες |
| γενική | της | ταβέρνας | των | ταβερνών |
| αιτιατική | την | ταβέρνα | τις | ταβέρνες |
| κλητική | ταβέρνα | ταβέρνες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταβέρνα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ταβέρνα < λατινική taberna
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /taˈveɾ.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τα‐βέρ‐να
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταβέρνα θηλυκό
- λαϊκό εστιατόριο ελληνικής κουζίνας που συχνά προσφέρει και κρασί βαρελίσιο
- ※ Χθες το βράδυ στην ταβέρνα
πέθανε ο Περικλής,
ο πιο ντερμπεντέρης άντρας
κι ο πιο μερακλής μπεκρής.- Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Πέθανε ο Περικλής, (1949), Στράτος Παγιουμτζής, στίχοι: Κώστας Μάνεσης, σύνθεση: Γιάννης Παπαϊωάννου.
- ※ Αναζητώντας μια ταβέρνα για το κυριακάτικο μεσημεριανό, κατευθυνθήκαμε σε ένα μικρό χωριό έξω από τον Λαγκαδά, όπου βρήκαμε μια ταβέρνα με όλα τα χαρακτηριστικά της κλασικής ψησταριάς. Πρώτη έκπληξη: ενώ η ταβέρνα ήταν γεμάτη, ουδείς κάπνιζε. Οι άνθρωποι τηρούσαν τον νόμο!
- Στάθης Ν. Καλύβας, Πού είμαστε και πού πάμε; Διατρέχοντας την κρίση (2009-2016) και ατενίζοντας το μέλλον, εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2016 @google.gr/books
- ※ Χθες το βράδυ στην ταβέρνα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]με παρόμοια σημασία:
επίσης
- φαγάδικο
- ρακοπουλειό / ρακοπωλείο, καπηλειό
- οινοπωλείο
- → δείτε και τη λέξη εστιατόριο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]με -ταβέρνα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
ταβέρνα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ταβέρνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ταβέρνα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταβέρνα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ταβέρνα
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: ταβέρνα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταβέρνα θηλυκό
- πανδοχείο, καπηλειό
- ※ 14ος αιώνας ⌘ Ανωνύμου, Χρονικόν του Μορέως. Επιμελητής:Schmitt, 1904, Κώδικες H & P στις σελίδες 538+539
- έκδ.2015, σελ.538, κώδικας Κοπεγχάγης (Havniensis)
- “Ἐγὼ ἤκουσα, αὐτοῦ ἔξω ἔνι ταβέρνα,
“ὅπου πουλιέται τὸ κρασὶ κʼ ἐβγαίνει ὁ καστελλᾶνος
“καὶ κάθηται πολλὲς φορὲς καὶ πίνει μὲ τοὺς ἄλλους.
- “Ἐγὼ ἤκουσα, αὐτοῦ ἔξω ἔνι ταβέρνα,
- έκδ.2015, σελ.539, Παρισινός κώδικας (Parisinus)
- “Ἐγὼ ἤκουσα, αὐτοῦ ἔξω ἔνʼ ταβέρνα,
“ὅπου πουλιέται τὸ κρασὶ κʼ ἐβγαίνει <ὁ> καστελλᾶνος
“καὶ κάθεται πολλὲς φορὲς καὶ πίνει μὲ τοὺς ἄλλους.
- “Ἐγὼ ἤκουσα, αὐτοῦ ἔξω ἔνʼ ταβέρνα,
- έκδ.2015, σελ.538, κώδικας Κοπεγχάγης (Havniensis)
- ※ 14ος αιώνας ⌘ Ανωνύμου, Χρονικόν του Μορέως. Επιμελητής:Schmitt, 1904, Κώδικες H & P στις σελίδες 538+539
Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]- ταβέρναν (αιτιατική ενικού)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ταβέρνα - LBG - Trapp, Erich, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
- ⌘ Σοφοκλής Ευαγγελινός Αποστολίδης, Greek Lexicon of the Roman and Byzantine Periods (from B.C. 146 to A.D. 1100). Εκδότης: Harvard University Press, 1870, σελ. 1067 @archive.org
- σελ. 401 1ου μέρους - Somavera, Alessio da / Ἀλέξιος ὁ Σουμαβέραιος (1709), Θησαυρός της ρωμαϊκής και της φραγκικής γλώσσας. Στο Παρίτζι:Από την τυπογραφίαν του Μιχαήλ Γκινιάρδ, ͵αψ΄ θ΄. Τesoro della lingua greca-volgare ed italiana. Parigi:Appresso Michele Guignard, M.DCC.IX. @anemi
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ταβέρνᾰ | αἱ | ταβέρναι |
| γενική | τῆς | ταβέρνᾱς | τῶν | ταβερνῶν |
| δοτική | τῇ | ταβέρνᾳ | ταῖς | ταβέρναις |
| αιτιατική | τὴν | ταβέρνᾰν | τὰς | ταβέρνᾱς |
| κλητική ὦ! | ταβέρνᾰ | ταβέρναι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ταβέρνᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ταβέρναιν | ||
| Εδώ, το καθαρό α (που ακολουθεί το ρ ή φωνήεν) δεν είναι μακρό, αλλά κατ' εξαίρεσιν, βραχύ. | ||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σφαῖρα' όπως «σφαῖρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταβέρνα < (άμεσο δάνειο) λατινική taberna
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ταβέρνα, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- πανδοχείο
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, 28.15
- κἀκεῖθεν οἱ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες τὰ περὶ ἡμῶν ἦλθαν εἰς ἀπάντησιν ἡμῖν ἄχρι Ἀππίου Φόρου καὶ Τριῶν Ταβερνῶν, οὓς ἰδὼν ὁ Παῦλος εὐχαριστήσας τῷ θεῷ ἔλαβε θάρσος.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, 28.15
- οινοπωλείο, καπηλειό
Πηγές
[επεξεργασία]- ταβέρνα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα στίχους τραγουδιών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'σφαῖρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σφαῖρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Δάνεια από τα λατινικά (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Καινή Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)