taberna
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- taberna < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν ετρουσκικής προέλευσης[1]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]taberna θηλυκό
- πρόχειρη σκηνή
- καλύβα
- μαγαζί
- καπηλειό
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ ελληνιστική κοινή: ταβέρνα ⇒ νέα ελληνικά: ταβέρνα → δείτε και taberna#Descendants στο αγγλικό Βικιλεξικό
- πανδοχείο
- εργαστήριο
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | taberna | tabernae |
| γενική | tabernae | tabernārum |
| δοτική | tabernae | tabernīs |
| αιτιατική | tabernam | tabernās |
| κλητική | taberna | tabernae |
| αφαιρετική | tabernā | tabernīs |
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ταβέρνα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- taberna - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.