Μετάβαση στο περιεχόμενο

taberna

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
taberna < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν ετρουσκικής προέλευσης[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /taˈber.na/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

taberna θηλυκό

  1. πρόχειρη σκηνή
  2. καλύβα
  3. μαγαζί
  4. καπηλειό
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ ελληνιστική κοινή: ταβέρνα ⇒ νέα ελληνικά: ταβέρνα → δείτε και  taberna#Descendants στο αγγλικό Βικιλεξικό
  5. πανδοχείο
  6. εργαστήριο

Συγγενικά

[επεξεργασία]
αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική taberna tabernae
γενική tabernae tabernārum
δοτική tabernae tabernīs
αιτιατική tabernam tabernās
κλητική taberna tabernae
αφαιρετική tabernā tabernīs
(α' κλίση)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ταβέρνα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.