εργαστήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εργαστήριο εργαστήρια
γενική εργαστηρίου εργαστηρίων
αιτιατική εργαστήριο εργαστήρια
κλητική εργαστήριο εργαστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εργαστήριο < αρχαία ελληνική ἐργαστήριον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛɾ.ɣa.ˈsti.ɾi.ɔ/
O Απόλλων στο εργαστήριο του Ήφαιστου, Diego Velasquez, 1630

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εργαστήριο ουδέτερο

  1. το μέρος όπου εργάζεται ένας τεχνίτης ή καλλιτέχνης
  2. το σύνολο των μαθητών και συνεργατών ενός καλλιτέχνη
    ο πίνακας αποδίδεται στο εργαστήριο του Τιντορέτο
  3. ονομασία για επαγγελματικές σχολές
    Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας
  4. το μέρος που είναι εξοπλισμένο με επιστημονικά όργανα και χρησιμοποιείται από έναν ή περισσότερους επιστήμονες για πειράματα και μετρήσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]