atelier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atelier (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
atelier ateliers

Ετυμολογία [επεξεργασία]

atelier < astelle (κομμάτι από ξύλο) < λατινική astula. Αναλύεται σε attelle + -ier
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ατελιέ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.tə.lje/
ήχος  (un atelier)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atelier (fr) αρσενικό



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atelier (ro) ουδέτερο