atelier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atelier (en)

  • χώρος επίδειξης ,



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

atelier < astelle (κομμάτι από ξύλο) < λατινική astula

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

atelier 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
atelier ateliers

atelier (fr) αρσενικό

  1. εργαστήριο



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

atelier (ro) ουδέτερο

  1. εργαστήρι, εργαστήριο