ατελιέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατελιέ < απροσάρμοστο (άμεσο δάνειο) γαλλική atelier

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατελιέ ουδέτερο άκλιτο

  • (τέχνη) εργαστήριο ζωγράφου, γλύπτη ή άλλου καλλιτέχνη
    περνά όλη τη μέρα του μέσα στο ατελιέ, ζωγραφίζοντας πρόσωπα γυναικών

Μεταφράσεις[επεξεργασία]