πλοίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : πλείω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλοίο πλοία
γενική πλοίου πλοίων
αιτιατική πλοίο πλοία
κλητική πλοίο πλοία
DANA 2004 ubt.jpeg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλοίο < αρχαία ελληνική πλοῖον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpli.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλοίο ουδέτερο

  • (ναυτικός όρος) μεγάλο σκάφος με δυνατότητα επιβίωσης των επιβατών για κάποιο χρονικό διάστημα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]