vaisseau

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

vaisseau 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
vaisseau vaisseaux

vaisseau (fr) αρσενικό

  1. το αγγείο
    vaisseau sanguin - αιμοφόρο αγγείο
  2. το σκάφος
    vaisseau spatial - διαστημόπλοιο