Schiff

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Schiff Schiffe
γενική Schiff(e)s Schiffe
δοτική Schiff(e) Schiffen
αιτιατική Schiff Schiffe


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Schiff (de) (πληθυντικός Schiffe) ουδέτερο

  • πλοίο
    Das Schiff durchpflügt die Meere. - Το πλοίο οργώνει τις θάλασσες.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]