statek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική statek statki
γενική statku statków
δοτική statkowi statkom
αιτιατική statek statki
οργανική statkiem statkami
τοπική statku statkach
κλητική statku statki

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈstatɛk/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

statek (pl) αρσενικό

  1. το πλοίο, το σκάφος
    statek tonie - ένα πλοίο (ή το πλοίο) βυθίζεται
    płynąć statkiem - πλέω (ή ταξιδεύω ή πάω) με πλοίο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]