πλέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλέω < αρχαία ελληνική πλέω

Ρήμα[επεξεργασία]

πλέω

  1. ταξιδεύω σε λίμνη, ποταμό ή θάλασσα
  2. (μεταφορικά) έχω κάτι σε μεγάλη ποσότητα
  3. επιπλέω

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλέω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *plew-

Ρήμα[επεξεργασία]

πλέω

  1. πλέω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]