sail
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sail | sails |
sail (en)
- (ναυτικός όρος) το ιστίο, το πανί πλοίου
I hoist/lower the sails.
- Σηκώνω/Κατεβάζω τα πανιά.
Παράγωγα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sail |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sails |
| αόριστος | sailed |
| παθητική μετοχή | sailed |
| ενεργητική μετοχή | sailing |
sail (en)
- (μεταβατικό & αμετάβατο, ναυτικός όρος) πλέω, αρμενίζω, για άνθρωπο, ταξιδεύω με πλωτό μέσο, με σκάφος στο νερό· για σκάφος, ταξιδεύω στο νερό
They sailed on the open sea/near the coast/along the river.
- Έπλευσαν στο ανοιχτό πέλαγος/κοντά στις ακτές/κατά μήκος του ποταμού.
Submarines sail under the sea.
- Τα υποβρύχια πλέουν κάτω από τη θάλασσα.
We’re sailing towards the port/west of Crete.
- Πλέουμε προς το λιμάνι/δυτικά της Κρήτης.
We’re sailing out on the open sea, when a storm breaks out.
- Πλέαμε στα ανοιχτά, όταν ξέσπασε τρικυμία.
The boat was sailing brightly illuminated through the night.
- Το καράβι έπλεε ολόφωτο μέσα στη νύχτα.
The ship was sailing at sea.
- Το πλοίο αρμένιζε στο πέλαγος.
We were sailing for three days and nights straight.
- Αρμενίζαμε τρία μερόνυχτα συνέχεια.
We entered the bay sailing along the cape.
- Μπήκαμε στον κόλπο παραπλέοντας το ακρωτήριο.
We sailed across the Atlantic.
- Διαπλεύσαμε τον Αντλαντικό.
- (μεταβατικό & αμετάβατο, αθλητισμός, και go sailing) κάνω ιστιοπλοΐα
Do you sail/you go sailing often?
- Κάνετε ιστιοπλοΐα συχνά;
- (αμετάβατο) αποπλέω, σαλπάρω, κάνω/ανοίγω πανιά, ξεκινάω ένα ταξίδι στο νερό
- (αμετάβατο) γλιστράω, τρέχω, μετακινούμαι με μια γρήγορη και απαλή κίνηση· κινούμαι επιβλητικά, για άνθρωπο
Clouds sailed across the sky.
- Τα σύννεφα γλιστρούσαν στον ουρανό.
The sled was sailing over the snow.
- Το έλκηθρο γλιστρούσε πάνω στο χιόνι.
The airship sailed gently over the city.
- Το αερόπλοιο γλιστρούσε απαλά πάνω από την πόλη.
I saw him sailing down the street.
- Τον είδα να κατεβαίνει τρέχοντας το δρόμο.
The motorcycle sailed by us like a bat out of hell and ran into a wall.
- Η μοτοσικλέτα πέρασε πλάι μας τρέχοντας σα δαιμονισμένη κι έπεσε πάνω σ' έναν τοίχο.
The Duchess sailed into the room.
- Η Δούκισσα μπήκε στην αίθουσα επιβλητικά.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Βασκικά (eu)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]sail (eu)