πανί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανί πανιά
γενική πανιού πανιών
αιτιατική πανί πανιά
κλητική πανί πανιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πανί < μεσαιωνική ελληνική παννίον < ελληνιστική κοινή πάννος < λατινική pannus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πανί ουδέτερο

  1. κομμάτι ανθεκτικού υφάσματος, συνήθως βαμβακερού
  2. μεγάλο κομμάτι υφάσματος που αναρτάται σε ιστιοφόρα πλοία και το οποίο, όταν το φουσκώνει ο άνεμος, κινεί το σκάφος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ιστίο

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]