Μετάβαση στο περιεχόμενο

πανί

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πανί τα πανιά
      γενική του πανιού των πανιών
    αιτιατική το πανί τα πανιά
     κλητική πανί πανιά
Οι καταλήξεις -ιού, -ιά, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδί» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Σχέδιο με τα πανιά ιστιοφόρου (1898).

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πανί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανίον < ελληνιστική κοινή πάννος < λατινική pannus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂n- (ύφασμα)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈni/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πανί
τονικό παρώνυμο: πάνυ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πανί ουδέτερο

  1. (ύφασμα) κομμάτι ανθεκτικού υφάσματος, συνήθως βαμβακερού
  2. (ναυτικός όρος) μεγάλο κομμάτι υφάσματος που αναρτάται σε ιστιοφόρα πλοία και το οποίο, όταν το φουσκώνει ο άνεμος, κινεί το σκάφος
      Οι φρεγάδες είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κονταφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγγοι και παρουκέτα και τρίγγοι όλα ήσαν στη θέσι τους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
     συνώνυμα: ιστίο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]


Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]