πανάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανάκι πανάκια
γενική
αιτιατική πανάκι πανάκια
κλητική πανάκι πανάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανάκι < παν(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανάκι ουδέτερο

  • μικρό πανί (κομμάτι ύφασμα ή πανί πλοίου)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε πανί