-άκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -άκι -άκια
γενική
αιτιατική -άκι -άκια
κλητική -άκι -άκια
Από την παλαιότερη κλίση σε -ιον
λείπουν οι γενικές ενικού -ίου και πληθυντικού -ίων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-άκι < μεσαιωνική ελληνική -άκιν < ελληνιστική κοινή -άκιον (-ακ+-ιον) < αρχαία ελληνική ουσιαστικά σε -ξ (όπως ῥύαξ > ελληνιστικό ῥυάκιον)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.ci/

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-άκι ουδέτερο

  1. από ουσιαστικά
    λουλούδι > λουλουδάκι, κορίτσι > κοριτσάκι
  2. από κύρια θηλυκά ονόματα
    Κατερίνα > Κατερινάκι
  3. για ονόματα ζώων, δηλώνοντας το μικρό τους
    σκύλος > σκυλάκι, χελώνα > χελωνάκι
  4. (μειωτικά) για επαγγέλματα
    δικηγόρος > δικηγοράκι

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

υποκοριστικά

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

λέξεις -άκι που δεν ετυμολογούνται ως υποκοριστικά