κοριτσάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοριτσάκι κοριτσάκια
γενική
αιτιατική κοριτσάκι κοριτσάκια
κλητική κοριτσάκι κοριτσάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοριτσάκι < υποκοριστικό του κορίτσι (+ -άκι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοριτσάκι ουδέτερο

  1. μικρό κορίτσι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε κορίτσι