κορίτσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κορίτσι κορίτσια
γενική κοριτσιού κοριτσιών
αιτιατική κορίτσι κορίτσια
κλητική κορίτσι κορίτσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κορίτσι < μεσαιωνική ελληνική κορίτσι(ν) < αρχαία ελληνική κόρη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kɔ.ˈɾi.tsi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κορίτσι ουδέτερο

  1. το παιδί θηλυκού γένους
  2. η κόρη, η θυγατέρα
  3. η νεαρή κοπέλα με την οποία έχει κάποιος δεσμό
  4. η παρθένα

32πχ Μεταφράσεις[]