δελφινοκόριτσο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δελφινοκόριτσο δελφινοκόριτσα
γενική δελφινοκόριτσου δελφινοκόριτσων
αιτιατική δελφινοκόριτσο δελφινοκόριτσα
κλητική δελφινοκόριτσο δελφινοκόριτσα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δελφινοκόριτσο < δελφίνι + κορίτσι + -ο (ουδέτερο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δελφινοκόριτσο ουδέτερο

  1. κορίτσι που κολυμπά γρήγορα σαν δελφίνι
    "τίτλος τραγουδιού του νέου κύματος που απέδωσε ο Μιχάλης Βιολάρης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]