κοπέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπέλα κοπέλες
γενική κοπέλας
αιτιατική κοπέλα κοπέλες
κλητική κοπέλα κοπέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπέλα < θηλυκή μορφή < μεσαιωνική ελληνική κόπελος «υπηρέτης, προγονός» < νοτιοσλαβική *kopylŭ «βλαστάρι, νόθο τέκνο»

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπέλα θηλυκό

  1. νεαρή γυναίκα, κορίτσι, κόρη
  2. υπηρέτρια, δούλα
  3. (νεοελλ.) το κορίτσι με το οποίο σχετίζεται κάποιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]