Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοπέλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοπέλα οι κοπέλες
      γενική της κοπέλας
    αιτιατική την κοπέλα τις κοπέλες
     κλητική κοπέλα κοπέλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοπέλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοπέλα < κοπέλ(ι) (υπηρέτης, προγονός) ή κόπελ(ος)   + μεγεθυντικό επίθημα < άγνωστης ετυμολογίας [1] Για εκδοχές ετυμολόγησης[2] δείτε το κοπέλι και το μεσαιωνικό κοπέλα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koˈpe.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοπέλα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοπέλα ή κοπέλλα θηλυκό

  1. έφηβη ή νεαρή γυναίκα
    παράδειγμα  Μεγάλωσε το κοριτσάκι μου, κι έγινε ολόκληρη κοπέλα!
      Κι εκεί που κάναμε την πλάκα μας βάζοντας στοιχήματα για το ποια κοπέλα θα πάρει το σκήπτρο, τσουπ, βλέπω μία διαγωνιζόμενη με εξώπλατο και στον ώμο της να έχει μια ελιά όπως η Αντάρα. (Γιώργος Σκούρτης, Το χειρόγραφο της Αντάρας, Ο δολοφόνος του Οκτώμβρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
      Μείναμε μόνοι, και ο κύριος Γκυ αναστέναξε : «Σπουδαία κοπέλα. Σωστός άγγελος! Και κόμματος, ε; Την εμπιστεύεσαι; Πόσα της έχεις πει;» «Μην ξεχνάς ότι είναι η υποδιευθύντρια του «Τεατρίθ» . Τα ξέρει όλα...» (Δημήτρης Καπετανάκης, Η συμμορία της συγκίνησης: μυθιστόρημα, ‎Βιβλιοθήκη της Εστίας, 2007, σελ. 311)
     δείτε τη λέξη παλικάρι (αρσενικό)
  2. (επιτιμητικά)
    παράδειγμα  Άντε κοπέλα μου! προχώρει να περάσουμε κι εμείς!
  3. η φιλενάδα, ερωτική σύντροφος
    παράδειγμα  Θα 'ρθω στην εκδρομή με την κοπέλα μου· μόνος δεν έρχομαι.
     συνώνυμα: γκόμενα, κορίτσι
  4. νεαρή οικιακή βοηθός ή νεαρή υπάλληλος χαμηλής ιεραρχικά βαθμίδας
    παράδειγμα  Πες στην κοπέλα να μου φτιάξει ένα καφεδάκι.
    παράδειγμα  Με εξυπηρέτησε η κοπέλα στο γκισέ.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. κοπέλα, κοπέλι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοπέλα < κοπέλ(ι) (υπηρέτης, προγονός) ή κόπελ(ος)   + μεγεθυντικό επίθημα < άγνωστης ετυμολογίας. Εκδοχές ετυμολόγησης,[1]: αρχική σημασία: υπηρέτρια ή παρακόρη σε ταβέρνα, με βάση την ιταλική coppella (μικρή κούπα, κυπελλάκι), υποκοριστικό του cupa. Δείτε και το κοπέλι.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοπέλα θηλυκό

  1. νεαρή κοπέλα
      16ος αιώνας, Περὶ γέροντος νὰ μὴν πάρῃ κορίτσι, ανωνύμου, στίχ. 97 (97-98)
    ʼβρίσκει ἀφορμὴ καὶ λέγει της καὶ δέρνει τὴν κοπέλαν,
    λέγει της „πῶς δὲν ἔπλενες, βρωμοῦσσα, τὰ σκουτέλα;“
    W. Wagner, (επιμ.) Carmina graeca medii aevi, Λειψία 1874, p. 106-111.
      16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Πανώρια, Πράξη Γ', στίχ. 292 (291-292)
    Ὥστε ἁποὺ νὰ κρατῆ τσῆ γρὲς ἀδόντι στὴ μασέλα
    πάντα λογιάζει νά ʼνʼ καλλιὰ παρὰ κιαμιὰ κοπέλα.
    Εμμανουήλ Κριαράς, Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρά, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 128
     συνώνυμα: κοπελούδα, κοπελούλα
  2. υπηρέτρια
  3. ερωμένη, αγαπητικιά
      14ος αιώνας, Στέφανος Σαχλίκης, Αφήγησις παράξενος του ταπεινού Σαχλίκη, στίχ. 728 (728-729) @anemi.lib.uoc.gr
    Καὶ μέσα εἰς τοῦτο ἔφθασε τοῦ κύρ Πέτρου ἡ κοπέλα,
    καὶ τοῦ πριόρε μετ’ αὐτὴν, βαστοῦν καὶ σκαρταμπέλα·
    Αφήγησις παράξενος /Stefanos Sahlikis i evo stihotborenie ; iszlbdovanie S. D. Papadimitriu, (επιμ.), Odessa :typ. Ekonomitseskaja, 1896.
     συνώνυμα: καύκα, καύχα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.