κοπέλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπέλα κοπέλες
γενική κοπέλας
αιτιατική κοπέλα κοπέλες
κλητική κοπέλα κοπέλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπέλα < μεσαιωνική ελληνική κοπέλιν (υπηρέτης, προγονός) + < αλβανική kopil (υπηρέτης, δούλος)[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπέλα θηλυκό

  1. έφηβη ή νεαρή γυναίκα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παλικάρι
  2. υπηρέτρια, δούλα
  3. (νεοελλ.) το κορίτσι με το οποίο σχετίζεται κάποιος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γκόμενα, κορίτσι
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γκόμενος, αγόρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. κοπέλα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.