γκόμενα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκόμενα οι γκόμενες
      γενική της γκόμενας
    αιτιατική την γκόμενα τις γκόμενες
     κλητική γκόμενα γκόμενες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκόμενα < βενετική gomena (παλαμάρι)
εναλλακτικά, από γκόμενος < ιταλική gommeno < γαλλική gommeux (όμορφος νεαρός)
εναλλακτικά, παραφθορά από το αγγλικό woman

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈgɔ.mɛ.na/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκόμενα θηλυκό

  1. (λαϊκό ή χυδαίο) η κοπέλα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις
  2. (λαϊκό ή χυδαίο) η ωραία γυναίκα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]