Μετάβαση στο περιεχόμενο

γκόμενα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γκόμενα οι γκόμενες
      γενική της γκόμενας
    αιτιατική την γκόμενα τις γκόμενες
     κλητική γκόμενα γκόμενες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γκόμενα < βενετική gómina / ιταλική gomena < μεσαιωνική λατινική gumena / gomena < αραβική جمان (jumān) < αρχαία ελληνική ἡγουμένη[1] (αντιδάνειο) < ἡγέομαι / ἡγοῦμαι
Ή < πιθανόν (άμεσο δάνειο) ιταλική gommina, θηλυκό του gommeno < γαλλική gommeux (όμορφος νεαρός) [2]
Κατʼ άλλη άποψη: < επωνυμία μάρκας λακ για μαλλιά[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɡo.me.na/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γκόμενα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γκόμενα θηλυκό (θηλυκό του γκόμενος)

  1. (λαϊκότροπο, οικείο)[3] η κοπέλα ή γυναίκα με την οποία κάποιος/α έχει ερωτικές σχέσεις
      Μαρία με τα κίτρινα
    με βάση τα δεδόμενα
    εδώ ο πλανήτης χάνεται
    κι εσύ το παίζεις γκόμενα
    Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Η κιβωτός, (1989) Ελένη Βιτάλη, στίχοι και σύνθεση: Ελένη Βιτάλη.
      Έχω μια υπόνοια ίδια είναι τα δρώμενα
    μάλλον με γουστάρει φίλε η δική σου γκόμενα
    Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Έχω μια υπόνοια, (2006) Goin' Through, στίχοι: Νίκος Βουρλιώτης, σύνθεση: Μιχάλης Παπαθανασίου.
  2. (λαϊκότροπο, οικείο) ωραία ή νεαρή γυναίκα
      Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)
  3. (στρατιωτική αργκό) το προσωπικό όπλο του κάθε στρατιώτη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Το κυρίως σχοινί του πλοίου.
  2. 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)