chick

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chick < chicken

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chick (en)

  1. κοτοπουλάκι
  2. (αργκό) όμορφη νεαρή γυναίκα, γκομενάκι