ωραίος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ωραίος ωραία ωραίο
γενική ωραίου ωραίας ωραίου
αιτιατική ωραίο ωραία ωραίο
κλητική ωραίε ωραία ωραίο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωραίοι ωραίες ωραία
γενική ωραίων ωραίων ωραίων
αιτιατική ωραίους ωραίες ωραία
κλητική ωραίοι ωραίες ωραία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωραίος < αρχαία ελληνική ὡραῖος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ˈɾɛ.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɔ.ˈɾɛ.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɔ.ˈɾɛ.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ωραίος, -α, -ο

  1. που έχει αρεστά χαρακτηριστικά
    συνώνυμα: ευειδής, καλλίγραμμος, κομψός, όμορφος
  2. που προκαλεί ευχάριστη αίσθηση
    συνώνυμα: φίνος
  3. που προκαλεί θαυμασμό ή ενδιαφέρον
  4. που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες
  5. (καιρός) που είναι ευχάριστα αποδεκτός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]