κομψός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κομψός κομψή κομψό
γενική κομψού κομψής κομψού
αιτιατική κομψό κομψή κομψό
κλητική κομψέ κομψή κομψό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κομψοί κομψές κομψά
γενική κομψών κομψών κομψών
αιτιατική κομψούς κομψές κομψά
κλητική κομψοί κομψές κομψά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομψός< (αβέβαιης ετυμολογίας) Πιθανόν συνδέεται με το κομ-σός < κομέω-ῶ (περιποιούμαι, φροντίζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔm.ˈpsɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /kɔm.ˈpsi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /kɔm.ˈpsɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κομψός, -ή, -ό

  1. που διαθέτει επιμελημένη και καλαίσθητη εμφάνιση, ο λεπτός και όμορφος στο παρουσιαστικό
  2. που συμβαίνει με έμμεσο και διακριτικό τρόπο, αποφεύγοντας να προκληθούν δυσάρεστες εντυπώσεις
  3. ο όμορφος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κομψό ύφος (για το λόγο) : χαρακτηρίζεται από γλαφυρότητα, χάρη και επιμελημένη επεξεργασία.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]