γλαφυρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γλαφυρός | η | γλαφυρή | το | γλαφυρό |
| γενική | του | γλαφυρού | της | γλαφυρής | του | γλαφυρού |
| αιτιατική | τον | γλαφυρό | τη | γλαφυρή | το | γλαφυρό |
| κλητική | γλαφυρέ | γλαφυρή | γλαφυρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γλαφυροί | οι | γλαφυρές | τα | γλαφυρά |
| γενική | των | γλαφυρών | των | γλαφυρών | των | γλαφυρών |
| αιτιατική | τους | γλαφυρούς | τις | γλαφυρές | τα | γλαφυρά |
| κλητική | γλαφυροί | γλαφυρές | γλαφυρά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γλαφυρός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γλαφυρός (αρχαία σημασία: καλογυαλισμένος) [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣla.fiˈɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γλα‐φυ‐ρός
Επίθετο
[επεξεργασία]γλαφυρός, -ή, -ό
- που περιγράφει κάτι με παραστατικότητα, ζωντάνια, κομψότητα και εκφραστικό πλούτο
γλαφυρό ύφος- ※ Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
- (μεταφορικά) ο ευχάριστος ή εύκολος στην ανάγνωση
γλαφυρό ύφος (εδώ μεταφορικά, που δεν πληροί όλα τα προαπαιτούμενα της γλαφυρότητας)
- (μεταφορικά) ο ευχάριστος και χαρωπός, ο ενδιαφέρων
γλαφυρό πνεύμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γλαφυρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γλαφυρός < θέμα γλαφυ- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Επίθετο
[επεξεργασία]γλαφυρός, -ά, -όν
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γλαφυρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γλαφυρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)