γλύφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γλείφω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλύφω < αρχαία ελληνική γλύφω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ)

(Δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το ομόηχο γλείφω, ούτε με το επίθετο γλυφός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣli.fɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γλύφω (παθητική φωνή: γλύφομαι)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γλύφω γλύφομαι
Παρατατικός ἔγλυφον ἐγλυφόμην
Μέλλοντας γλύψω γλύψομαι
Αόριστος ἔγλυψα ἐγλυψάμην
Παρακείμενος γέγλυφα γέγλυμμαι
Υπερσυντέλικος ἐγεγλύφειν ἐγεγλύμμην
Συντελεσμένος Μέλλοντας γεγλύψομαι


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλύφω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ) (ρίζα γλυφ- συγγενές του γλάφω και στη ρίζα και στην έννοια)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γλύφω, (μέσο-παθητικό γλύφομαι)

  1. λαξεύω, σκαλίζω, χαράσσω
  2. καθιστώ κάτι κοίλο
  3. γράφω

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]