Μετάβαση στο περιεχόμενο

carve

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας carve
γ΄ ενικό ενεστώτα carves
αόριστος carved
παθητική μετοχή carved
ενεργητική μετοχή carving

carve (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σκαλίζω, λαξεύω, γλύφω, φτιάχνω αντικείμενα, σχέδια κτλ. κόβοντας υλικό από ένα κομμάτι ξύλο ή πέτρα ή άλλο σκληρό υλικό
    παράδειγμα  We carved a statue out of wood.
    Σκαλίσαμε ένα άγαλμα από ξύλο.
    παράδειγμα  I carved a statue out of rock.
    Λάξεψα ένα άγαλμα σε βράχο.
    παράδειγμα  It is a sanctuary, carved into rock.
    Είναι ένα ιερό, λαξευμένο στον βράχο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη sculpt
  2. (μεταβατικό) σκαλίζω, χαράζω, γράφω κάτι σε μια επιφάνεια κόβοντάς την
    παράδειγμα  He carved his name into a tree.
    Σκάλισε το όνομά του σ' ένα δέντρο.
    παράδειγμα  They carved her name on the tombstone.
    Χάραξαν το όνομά της στον τάφο.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) τεμαχίζω, κόβω ένα μεγάλο κομμάτι ψημένο κρέας σε μικρότερα κομμάτια για φαγητό
    παράδειγμα  He carved the chicken.
    Τεμάχισε το κοτόπουλο.

Παράγωγα

[επεξεργασία]