χαράζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαράζω < μεσαιωνική ελληνική χαράζω < αρχαία ελληνική χαράσσω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xa.ˈɾa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χαράζω και χαράσσω, πρτ.: χάραζα και χάρασσα, στ.μέλλ.: θα χαράξω, αόρ.: χάραξα, παθ.φωνή: χαράζομαι, μτχ.π.π.: χαραγμένος

  1. (μεταβατικό) δημιουργώ μια σχετικά βαθιά τομή (χαρακιά) στην επιφάνεια ενός αντικειμένου με οξύ όργανο
  2. σχεδιάζω / φέρω μια ευθεία γραμμή με τη βοήθεια γεωμετρικού οργάνου (χάρακα)
  3. (μεταβατικό) σχεδιάζω ένα δρόμο ή (μεταφορικά) μια πορεία
    το κόμμα μας φιλοδοξεί να χαράξει μια νέα πορεία για τον τόπο
  4. (στο γ΄ ενικό) χαράζει: αρχίζει μόλις η καινούρια μέρα, ξημερώνει
    μόλις χάραξε, σηκώθηκα για τη δουλειά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]