ξημερώνει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ξημερώνει: γ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος ξημερώνω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ksi.meˈɾo.ni/

ξημερώνει (τριτοπρόσωπο)

  1. (απρόσωπο ρήμα) έρχεται το ξημέρωμα, βγαίνει ο ήλιος και φαίνεται το πρώτο φως της μέρας
    ※  Άρχισε να ξημερώνει. Έξαφνα, ένα σκυλάκι ρίχθηκε πάνω στον Αποστόλη, κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΑ)
  2. (προσωπικό) έρχεται το ξημέρωμα, βγαίνει ο ήλιος και φαίνεται το πρώτο φως της μέρας
    ※  Ήρθεν η ώρα κι ο καιρός, κ' η μέρα ξημερώνει, / να φανερώσει ο Ρώκριτος το πρόσωπο, που χώνει. (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Ε 765-766)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]