γλύπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Γλύπτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλύπτης γλύπτες
γενική γλύπτη γλυπτών
αιτιατική γλύπτη γλύπτες
κλητική γλύπτη γλύπτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλύπτης < ελληνιστική κοινή γλύπτης < αρχαία ελληνική γλύφω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣli.ptis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλύπτης αρσενικό (θηλυκό: γλύπτρια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]