γλύπτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλύπτρια γλύπτριες
γενική γλύπτριας γλυπτριών
αιτιατική γλύπτρια γλύπτριες
κλητική γλύπτρια γλύπτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλύπτρια < γλύπτης + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γλύπτρια θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]