-τρια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : τρία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -τρια -τριες
γενική -τριας -τριών
αιτιατική -τρια -τριες
κλητική -τρια -τριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

-τρια < ελληνιστική κοινή -τρια. Δείτε την αρχαία -τήρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tɾia/

Open book 01.svg Επίθημα[επεξεργασία]

-τρια
επίθημα για τον σχηματισμό των θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν το πρόσωπο που ενεργεί, ή το επάγγελμα ή ασχολία της

  1. που αντιστοιχούν σε αρσενικά με την κατάληξη -τής
    εξεταστής > εξετάστρια (αυτή που εξετάζει), τραγουδιστής > τραγουδίστρια
  2. που αντιστοιχούν σε αρσενικά με την κατάληξη -ίστας, -ιστής
    σοσιαλιστής > σοσιαλίστρια
  3. λόγιος τύπος θηλυκών με την κατάληξη -τρα, ή -ισσα
    υφάντρα > υφάντρια
    επιβάτισσα > επιβάτρια (δείτε και επιβάτιδα)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]