ποιητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ποιητής ποιητές
γενική ποιητή ποιητών
αιτιατική ποιητή ποιητές
κλητική ποιητή ποιητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιητής < αρχαία ελληνική ποιητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποιητής αρσενικό (θηλυκό: ποιήτρια)

  1. αυτός που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα
  2. (κατ’ επέκταση) αυτός που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ποιητής τώ ποιητά οἱ ποιηταί
Γενική τοῦ ποιητοῦ τοῖν ποιηταῖν τῶν ποιητῶν
Δοτική τῷ ποιητ τοῖν ποιηταῖν τοῖς ποιηταῖς
Αιτιατική τόν ποιητήν τώ ποιητά τούς ποιητάς
Κλητική (ὦ) ποιητά (ὦ) ποιητά (ὦ) ποιηταί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποιητής < ποιέω-ποιῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ποιητής αρσενικό

  1. ο δημιουργός
  2. ο νομοθέτης
  3. ο ποιητής
  4. ο μουσικός
  5. ο συγγραφέας