Μετάβαση στο περιεχόμενο

ποιητής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ποιητής οι ποιητές
      γενική του ποιητή των ποιητών
    αιτιατική τον ποιητή τους ποιητές
     κλητική ποιητή ποιητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποιητής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποιητής[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pi.iˈtis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποιητής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποιητής αρσενικό (θηλυκό ποιήτρια)

  1. (επάγγελμα) αυτός που ασχολείται με την ποίηση, που γράφει ποιήματα
      Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
  2. (κατ’ επέκταση) αυτός που δημιουργεί στίχους, ο στιχουργός
  3. (λόγιο) αυτός που ποιεί, που φτειάχνει
     συνώνυμα: δημιουργός

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • ποιητής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ποιητᾱ-
ονομαστική ποιητής οἱ ποιηταί
      γενική τοῦ ποιητοῦ τῶν ποιητῶν
      δοτική τῷ ποιητ τοῖς ποιηταῖς
    αιτιατική τὸν ποιητήν τοὺς ποιητᾱ́ς
     κλητική ! ποιητᾰ́ ποιηταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ποιητᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ποιηταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ποιητής < αόριστο θέμα ποιη- του ποιέω + -τής.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /poi̯.ɛː.tɛ̌ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποιητής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ποιητής, -οῦ αρσενικό

  1. δημιουργός
  2. νομοθέτης
  3. (επάγγελμα) ποιητής
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ῥητορική, 3, 2.7
    τῶν δ᾽ ὀνομάτων τῷ μὲν σοφιστῇ ὁμωνυμίαι χρήσιμοι (παρὰ ταύτας γὰρ κακουργεῖ), τῷ ποιητῇ δὲ συνωνυμίαι
    Από τα ονόματα τώρα, στον σοφιστή χρήσιμα είναι τα ομώνυμα (αφού με αυτωνών τη βοήθεια πετυχαίνει να κάνει τους απατηλούς συλλογισμούς του), ενώ στον ποιητή τα συνώνυμα.
    Μετάφραση (2002, 2004): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
  4. (επάγγελμα) μουσικός
  5. (επάγγελμα) συγγραφέας

Συγγενικά

[επεξεργασία]