Μετάβαση στο περιεχόμενο

δημιουργός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η δημιουργός οι δημιουργοί
      γενική του/της δημιουργού των δημιουργών
    αιτιατική τον/τη δημιουργό τους/τις δημιουργούς
     κλητική δημιουργέ δημιουργοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δημιουργός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημιουργός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δημιουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που δημιουργεί, που παράγει κάτι από το μηδέν
  2. που φτιάχνει κάτι καινούριο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας
  3. που ασχολείται δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες
  4. που γίνεται η αιτία να γίνει κάτι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δημιουργός οἱ δημιουργοί
      γενική τοῦ δημιουργοῦ τῶν δημιουργῶν
      δοτική τῷ δημιουργ τοῖς δημιουργοῖς
    αιτιατική τὸν δημιουργόν τοὺς δημιουργούς
     κλητική ! δημιουργέ δημιουργοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δημιουργώ
γεν-δοτ τοῖν  δημιουργοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

δημιουργός < επικός τύπος δημιοεργός < θέμα δημιο- (< δῆμος) + (ϝ)εργός (<ἔργον) [1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δημιουργός αρσενικό

  1. αυτός που εργάζεται για το λαό, ο επιδέξιος τεχνίτης, χειροτέχνης
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 2, 373b (373b-373c)
    πολλοὶ δὲ οἱ περὶ μουσικήν, ποιηταί τε καὶ τούτων ὑπηρέται, ῥαψῳδοί, ὑποκριταί, χορευταί, ἐργολάβοι, σκευῶν τε παντοδαπῶν δημιουργοί, τῶν τε ἄλλων καὶ τῶν περὶ τὸν γυναικεῖον κόσμον.
    όσοι καταγίνονται με τη μουσική, επίσης οι ποιηταί με όλη την ακολουθία των, ραψωδοί, υποκριταί, χορευταί, εργολάβοι, κατασκευασταί κάθε λογής ειδών και προπάντων του γυναικείου στολισμού.
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
  2. αυτός που φτιάχνει
  3.  δείτε τη λέξη Δημιουργός ποιητής, δημιουργός του κόσμου
  4. (σε μερικές πόλεις της Πελοποννήσου) ανώτατο πολιτικό πρόσωπο
  5. (ως θηλυκό) (Χρειάζεται επεξεργασία)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.