δημιουργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δημιουργός δημιουργοί
γενική δημιουργού δημιουργών
αιτιατική δημιουργό δημιουργούς
κλητική δημιουργέ δημιουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημιουργός < αρχαία ελληνική δημιουργός < δημιοεργός < δῆμος + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημιουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που δημιουργεί, που παράγει κάτι από το μηδέν
  2. αυτός που φτιάχνει κάτι καινούριο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας
  3. αυτός που ασχολείται δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες
  4. αυτός που γίνεται η αιτία να γίνει κάτι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δημιουργός < δῆμος + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δημιουργός αρσενικό

  1. αυτός που εργάζεται για το λαό, ο επιδέξιος τεχνίτης, χειροτέχνης
  2. αυτός που φτιάχνει
  3. Ποιητής, Δημιουργός του κόσμου
  4. (σε μερικές πόλεις της Πελοποννήσου) ανώτατο πολιτικό πρόσωπο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]